Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2017

ΟΛΑ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ ΕΤΣΙ


Ξενοδοχείο Τσέλσι #2
Λέοναρντ Κόεν
I remember you well in the Chelsea Hotel
You were talking so brave and so sweet
Giving me head on the unmade bed
While the limousines wait in the street

Those were the reasons and that was New York
We were running for the money and the flesh
And that was called love for the workers in song
Probably still is for those of them left

Ah but you got away, didn't you babe
You just turned your back on the crowd
You got away, I never once heard you say
I need you, I don't need you
I need you, I don't need you
And all of that jiving around

I remember you well in the Chelsea Hotel
You were famous, your heart was a legend
You told me again you preferred handsome men
But for me you would make an exception

And clenching your fist for the ones like us
Who are oppressed by the figures of beauty
You fixed yourself, you said, "Well never mind,
We are ugly but we have the music"

And you got away, didn't you babe,
You just turned your back on the crowd
You got away, I never once heard you say,
I need you, I don't need you
I need you, I don't need you
And all of that jiving around

I don't mean to suggest that I loved you the best
I can't keep track of each fallen robin
I remember you well in the Chelsea Hotel
That's all, I don't even think of you that oftenΣχετική εικόνα
Σε θυμάμαι καλά στο ξενοδοχείο Τσέλσι
μιλούσες τόσο θαρρετά και γλυκά
Παραχωρώντας κυρίαρχη θέση  στο άστρωτο κρεβάτι
όσο οι λιμουζίνες ανέμεναν στον δρόμο
Αυτοί ήταν οι λόγοι και αυτή η Νέα Υόρκη
παλεύαμε για  χρήμα και  σάρκα
Και αυτό λεγόταν αγάπη για τους εργάτες του τραγουδιού
και μάλλον εξακολουθεί να ισχύει για αυτούς που έμειναν
Όμως ,  μωρό μου, έφυγες, έτσι δεν είναι;
Γύρισες απλώς  την πλάτη σου στο πλήθος
Έφυγες μακριά, δεν σε άκουσα μια φορά να λες:
''Σε χρειάζομαι, δε σε χρειάζομαι
σε χρειάζομαι, δε σε χρειάζομαι''
Τα δυο τους να στροβιλίζονται σφιχτά.
Σε θυμάμαι καλά στο ξενοδοχείο Τσέλσι
Ήσουν διάσημη, η καρδιά σου ήταν ένας θρύλος
Μου είπες πάλι πως προτιμούσες όμορφους άντρες
Αλλά για εμένα θα έκανες μια εξαίρεση
Και σφίγγοντας τη γροθιά σου για κάποιους σαν εμας
που είμαστε καταπιεσμένοι από πρότυπα ομορφιάς
Διόρθωσες τον εαυτό σου και είπες ''Λοιπόν δε πειράζει
είμαστε άσχημοι αλλά έχουμε την μουσική''
Και τότε έφυγες, έτσι δεν είναι μωρό μου;
Γύρισες απλώς  την πλάτη σου στο πλήθος
Έφυγες μακριά, δεν σε άκουσα μια φορά να λες:
''Σε χρειάζομαι, δε σε χρειάζομαι
σε χρειάζομαι, δε σε χρειάζομαι''
Τα δυο τους να  στροβιλίζονται σφιχτά.
Δεν υπονοώ πως σε αγάπησα πιο πολύ
δε μπορώ να κρατήσω αριθμό για κάθε ερωτευμένο πουλί
Σε θυμάμαι καλά στο ξενοδοχείο Τσέλσι
Αυτά μόνο, δεν σε σκέφτομαι καν τόσο συχνά.http://www.leonardcohen-prologues.com/images/chelsea_hotel_4.jpg

Τι κουλό είπε ο Κούλης

 
 Τι κουλό είπε ο Κούλης για την "Εθνική Αστέγων"...

Kyriakos Mitsotakis @kmitsotakis
🇬🇷⚽"Αγωνίζονται καθημερινά στο γήπεδο της ζωής. Σήμερα ξεκινούν τους αγώνες στο Παγκόσμιο Κύπελλο Αστέγων. Καλή επιτυχία στην Εθνική Αστέγων!"

ΤΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΜΑΣ ΚΡΥΟ ΝΤΟΥΖ ΤΩΝ FAKE NEWS


http://s.nbst.gr/files/1/2011/06/27/diatiriteo_4.medium.jpgΠώς σχολιάζει στη Voria.gr o αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σωκράτης Φάμελλος το έγγραφο της Αποκεντρωμένης

«Η πολιτική βούληση της κυβέρνησης είναι αμετάβλητη. Ο δήμος και η κοινωνία της Θεσσαλονίκης ομοφωνούν. Συνεπώς, θα γίνει ό,τι είναι απαραίτητο προκειμένου η πολιτική μας απόφαση για παραχώρηση του στρατοπέδου Παύλου Μελά στο δήμο και τους πολίτες της Θεσσαλονίκης να αποκτήσει την απαιτούμενη θεσμική θωράκιση και να προχωρήσει απρόσκοπτα».

Με αυτή τη δήλωση στη Voria.gr ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σωκράτης Φάμελλος, βάζει φραγμό στις ανησυχίες που προκάλεσε το έγγραφο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας της σύμβασης για την παραχώρηση του πρώην στρατοπέδου στο δήμο (δείτε εδώ).

Ο κ. Φάμελλος τόνισε ότι η Αποκεντρωμένη έχει ενημερώσει πριν από περίπου δυο εβδομάδες το υπουργείο Εσωτερικών για τα ζητήματα που έχουν ανακύψει από τον έλεγχο νομιμότητας και έχει γίνει όλη η απαιτούμενη προετοιμασία προκειμένου να δοθούν οι απαιτούμενες απαντήσεις, αλλά και τα στοιχεία που ζητούνται ώστε να προχωρήσει η παραχώρηση του στρατοπέδου.

«Δεν τίθεται κανένα ζήτημα απόφασης ή 'παγώματος' της παραχώρησης. Είναι λανθασμένο να αντιμετωπίζεται με αυτό τον τρόπο η υποβολή ερωτημάτων προς διευκρίνιση για μια τόσο σημαντική σύμβαση. Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι και να μην αφήνουμε σκιές ή να παραπλανούμε τον κόσμο. Η κυβέρνηση, ο δήμος και η κοινωνία της Θεσσαλονίκης συμφωνούν με την παραχώρηση του στρατοπέδου. Σε συνεργασία, κυβέρνηση και δήμος, θα ξεπεράσουν κάθε εμπόδιο και η πολιτική απόφαση και βούληση θα υλοποιηθεί σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν απαιτηθεί να θωρακιστεί η απόφαση αυτή περαιτέρω θεσμικά», ξεκαθάρισε ο κ. Φάμελλος.

Άλλα κυβερνητικά στελέχη με τα οποία επικοινώνησε η Voria.gr χαρακτηρίζουν το όλο θέμα «τυπικό παροχής διευκρινίσεων» και «συνηθισμένη διαδικασία στο πλαίσιο του ελέγχου των συμβάσεων». Επισήμαναν μάλιστα ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι απαντήσεις που θα δοθούν και τα επιπλέον στοιχεία που ζητά η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας – Θράκης δε θεωρηθούν επαρκή, τότε υπάρχει το νομικό οπλοστάσιο και η δυνατότητα θεσμικής θωράκισης, προκειμένου να μην υπάρξουν προβλήματα.

«Η παραχώρηση προχωρά κανονικά. Το να υπάρχουν κάποια εμπόδια γραφειοκρατικής φύσεως είναι λογικό. Δεν είναι μια απλή σύμβαση. Αλλά αυτό δε σημαίνει επ' ουδενί αρνητικές εξελίξεις ή διαφορετικές αποφάσεις ή 'πάγωμα' ή ακύρωση της παραχώρησης. Μην ανάγουμε τις τυπικές διαδικασίες σε μείζονα ζητήματα... Δημιουργούνται εσφαλμένες και ψευδείς εντυπώσεις. Η παραχώρηση θα προχωρήσει σε κάθε περίπτωση», τόνισαν τα ίδια κυβερνητικά στελέχη.
Υπενθυμίζεται ότι με δηλώσεις του στη Voria.gr, ο δήμαρχος Παύλου Μελά, Δημήτρης Δερμουτζίδης, τόνισε ότι «είμαστε από την αρχή σε συνεννόηση με την κυβέρνηση, προκειμένου να δοθούν επαρκείς απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η Αποκεντρωμένη στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας της σύμβασης. Εμείς θα δώσουμε απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα μέσα στην επόμενη εβδομάδα και έχουμε τη δέσμευση της κυβέρνησης ότι η παραχώρηση θα προχωρήσει». (Διαβάστε περισσότερα εδώ)

Πηγή: http://www.voria.gr
Αποτέλεσμα εικόνας για Δημήτρης Α. Φατούρος Εικαστική Δίοδος Αρχείο 1966ΒΙΛΑ ΚΑΠΑΝΤΖΗΑποτέλεσμα εικόνας για Δημήτρης Α. Φατούρος Εικαστική Δίοδος Αρχείο 1966Η αναδρομική έκθεση ζωγραφικής του Δημήτρη Α. Φατούρου* «Εικαστική δίοδος – Αρχείο 1966» θα εγκαινιαστεί την Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου στο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ. 
Η έκθεση είναι μια γνωριμία με το ζωγραφικό έργο του Δημήτρη Φατούρου, ένα έργο που αρχίζει να διαμορφώνεται στο τέλος της δεκαετίας του ’40, αναπτύσσεται δυναμικά και με διάφορες μορφές τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, για να διακοπεί συνειδητά το 1966. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο αρχιτέκτονας δεν σταμάτησε ποτέ να ασχολείται με το «εικαστικό φαινόμενο».
Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 το σχέδιο εμφανίζεται ξανά, αν και σποραδικά, αυτή τη φορά ως μέρος της προβληματικής του για το μορφολογικό χάος του αστικού τοπίου, ενώ, στο τέλος της ίδιας δεκαετίας, το συνεχές ενδιαφέρον του για τη σχισμή και το κενό, τον οδηγεί στην κατασκευή μιας ενότητας έργων με ξύλο και καθρέφτη.
Η έκθεση περιλαμβάνει περισσότερα από 120 ζωγραφικά έργα καθώς και συμπληρωματικό υλικό σε προθήκες, που αποτελείται από 95 σχέδια, λάδια και σκίτσα. Ένα μεγάλο μέρος αυτού του έργου –περίπου τα δύο τρίτα– εκτίθεται για πρώτη φορά, έχοντας παραμείνει έως σήμερα άγνωστο, ακόμα και σε συνεργάτες του καλλιτέχνη. Ένα αρχείο επιφυλάσσει εκπλήξεις και, πράγματι, τα έργα που ανασύρονται από το αρχείο του Φατούρου, κυρίως τέμπερες και σχέδια σε χαρτί, ξαφνιάζουν με τη ζωντάνια του χρώματος και την ευαισθησία της σκέψης που περιέχουν. Ο διεπιστημονικός χαρακτήρας, οι συχνές αναφορές στον ποιητικό μοντερνισμό, η επεξεργασία διαχρονικών φιλοσοφικών εννοιών και προπαντός το «πάθος για τη σωματικότητα» και η ερωτική αντιμετώπιση του τοπίου, είναι δομικά στοιχεία της δουλειάς του Φατούρου και η βασική αιτία που το έργο του διατηρήθηκε αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.
Ο πλουραλισμός που διακρίνει τα έργα της έκθεσης αντικατοπτρίζει την πολύπλευρη προσωπικότητα του δημιουργού τους και πιστοποιεί μια παραγνωρισμένη αλήθεια: Eκτός από αρχιτέκτων και πανεπιστημιακός που ασχολήθηκε με την τεχνοκριτική, την επιμέλεια εκθέσεων και την ποίηση, ο Δημήτρης Φατούρος υπήρξε ένας από τους σημαντικούς καλλιτέχνες της γενιάς του, στην οποία ανήκουν, μεταξύ άλλων, ο Βαλέριος Καλούτσης, ο Νίκος Κεσσανλής, ο Βλάσης Κανιάρης, ο Δημήτρης Κοντός. Αντιπαραβάλλοντας σήμερα την εικαστική παραγωγή αυτών των καλλιτεχνών και ανιχνεύοντας κοινά χαρακτηριστικά, μπορεί να εξάγει κανείς χρήσιμα συμπεράσματα για την εξέλιξη της αφαιρετικής ζωγραφικής στην Ελλάδα, αλλά και για την απόφασή τους να εγκαταλείψουν τη ζωγραφική για χάρη μιας πιο εννοιολογικής προσέγγισης του χώρου.

O Δημήτρης Α. Φατούρος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ), απ’ όπου αποφοίτησε το 1952. Από το 1945 έως το 1947 μαθήτευσε κοντά στον ζωγράφο Παναγιώτη Μάρθα.
Από το 1953 έως το 1959 ήταν επιμελητής στο ΕΜΠ, στον Δημήτρη Πικιώνη και στον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Την περίοδο 1959-1996 ήταν καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και από το 1983 έως το 1988 διατέλεσε Πρύτανης του πανεπιστημίου. Από το 1996 είναι ομότιμος καθηγητής στο ΑΠΘ. Το 2014 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών. Τo 1966-67 ήταν Visiting Fellow στο Πανεπιστήμιο Yale. Έχει διδάξει και έχει δώσει διαλέξεις σε πολλά πανεπιστήμια της Ευρώπης, των ΗΠΑ και αλλού. Το ζωγραφικό του έργο, έως το 1966 που διακόπτεται, έχει παρουσιαστεί στην Ελλάδα σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις (Αθήνα 1957, Ύδρα 1962) καθώς και σε ομαδικές στο Παρίσι, στη Ρώμη, στη Φλωρεντία και αλλού.
Έχουν κυκλοφορήσει πολλά βιβλία του για την τέχνη και την αρχιτεκτονική και έχει πολλές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, σε συλλογικούς τόμους και λεξικά. Το αρχιτεκτονικό του έργο έχει δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά και άλλες εκδόσεις, κι έχει παρουσιαστεί σε ντοκιμαντέρ και μονογραφίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έκθεση με το αρχιτεκτονικό του έργο πραγματοποιήθηκε το 2009 στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς και το 2010 στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του ΑΠΘ.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 
 
*Δημήτρης Φατούρος - Βικιπαίδεια

Ο ζωγράφος μέσα... στον αρχιτέκτονα Δημήτρη Φατούρο

O φωτογράφος της μόδας και των μεγάλων σταρ που εμπνεόταν από την αρχαία Ελλάδα

Υπάρχει αντιπολίτευση;

Πηγή: athina984.gr


Μεταξύ Μαδούρο, Βαρουφάκη, Σταλινισμού, πρωθυπουργικών διακοπών, σημαίας και προσευχής κινήθηκε η ΝΔ όλο το τελευταίο διάστημα. Με τέτοιον αξιοζήλευτο εξοπλισμό ροκάνισε τους καλοκαιρινούς μήνες. Τόσο καλά, τόσο ουσιαστικά, τόσο σοβαρά, τόσο υπεύθυνα. Που πάει να πει, η πολιτική αμηχανία και η αντιπολιτευτική ένδεια σ’ όλο το αποκαλυπτικό τους μεγαλείο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα οικονομικά και τα κοινωνικά ζητήματα, όπως κι εκείνα της καθημερινότητας του πολίτη πήγαν έναν παρά πίσω για το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Σε πλήρη ανυποληψία, κυριολεκτικά στα αζήτητα. Ε, ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.
Ο Μαδούρο λοιπόν, ο Βαρουφάκης, ο Σταλινισμός, οι πρωθυπουργικές διακοπές, η σημαία και η προσευχή. Επιλογές που, στην καλύτερη (για τη ΝΔ) περίπτωση, αφήνουν παγερά αδιάφορο τον πολίτη. Στη χειρότερη, όπερ και πιθανότερο, τον υποψιάζουν για τα στρατηγικά αδιέξοδα, ου μην αλλά και για τη δομημένη πλέον ανοησία της καθ’ ημάς συντηρητικής παράταξης. Άσε που έτσι, ο καθένας αντιλαμβάνεται γιατί ο Τσίπρας δεν έχει να φοβάται και πολλά. Όχι τουλάχιστον από την πλευρά της αντιπολίτευσης. Μιας αντιπολίτευσης που, απ’ ό,τι φαίνεται, αγνοεί ακόμη και την ύπαρξη του όρου «προγραμματική αντιπολίτευση». Της μόνης σοβαρής, της μόνης υπεύθυνης, της μόνης αποτελεσματικής.
Με το που έκλεισε η 2η αξιολόγηση, η ΝΔ έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια. Καθώς βρέθηκε μπροστά σε τριπλή κατάρρευση του αφηγήματος και των στόχων της. Παταγώδη κατάρρευση. Κατέρρευσε η καταστροφολογία με την οποία συνόδευε τις προβλέψεις (και τις ευχές της…) για την αξιολόγηση. Κατέρρευσε το όνειρό της για «αριστερή παρένθεση». Κατέρρευσε το διαρκές αίτημά της για πρόωρες εκλογές. Και σαν να μην έφταναν αυτά, βλέπει έκπληκτη και μάλλον θορυβημένη σχεδόν όλους τους οικονομικούς δείκτες να βελτιώνονται. Τους οίκους αξιολόγησης να αναβαθμίζουν διαρκώς την ελληνική οικονομία. Την ανεργία να περιορίζεται κάπου πέντε εκατοστιαίες μονάδες στα δύο χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ. Το χρηματιστήριο να βρίσκεται στα καλύτερά του από την αρχή της επταετούς κρίσης. Την –έστω ακόμη δειλή- επιστροφή των τραπεζικών καταθέσεων. Την άκρως επιτυχή δοκιμή εξόδου στις αγορές. Τον τουρισμό να καλπάζει. Τα σημάδια για επενδύσεις πιο ενθαρρυντικά από ποτέ. Τον έλεγχο της αγοράς εργασίας υπέρ των εργαζομένων να συστηματοποιείται για πρώτη φορά, και να φέρνει αποτελέσματα. Βλέπει και, απ’ ό,τι όλα δείχνουν, δεν πιστεύει στα μάτια της. Βλέπει και αιφνιδιάζεται. Βλέπει και χάνει το μπούσουλα μαζί και κάθε αίσθηση πολιτικής λογικής.
Αντί λοιπόν, μπροστά σ’ αυτή την καινούργια πραγματικότητα, να καθίσει να ψάξει τη νέα της στρατηγική. Αντί, επιτέλους, ν’ ασχοληθεί όσο αντιπολιτευτικά τραβάει η όρεξή της με την ουσία των θεμάτων διακυβέρνησης. Καταφεύγει σε «ιδεολογικές» ή ιδεολογίζουσες επιλογές. Είτε αυτές, στην ευτελέστερη μορφή τους, αφορούν σε σημαίες και σε σημαιοφόρους, σε προσευχές και σ’ εκκλησιασμούς. Είτε, στην κάπως πιο «φιλόδοξη» εκδοχή τους, με την επιχείρηση αποδόμησης του Μαρξισμού, ταυτίζοντάς τον με τον ναζισμό!
Κι όλ’ αυτά καθώς φαντασιώνεται πως πλήττεται έτσι η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ το μόνο που πετυχαίνει μ’ αυτές της τις επιλογές η ΝΔ, είναι να υπερτονίζει το ακροδεξιό της πρόσημο.
«Ο Σταλινισμός στην εξουσία» κραύγαζε, εκείνες τις μέρες, πρωτοσέλιδα η δημοσιογραφική ναυαρχίδα της αντι-ΣΥΡΙΖΑ υστερίας. Αν τώρα η εφημερίδα μαζί και ό,τι αυτή εκφράζει και εκπροσωπεί, καθώς και το κόμμα του οποίου την άνοδο στην εξουσία πριμοδοτεί, εκτιμούν πως υπάρχει πολίτης που να πιστεύει πως στην Ελλάδα σήμερα στην εξουσία βρίσκεται ο Σταλινισμός, ε εντάξει, πάσο. Ας μην απορούν πάντως και ας μην αναρωτιούνται γιατί δεν μπορούν ν’ ακουμπήσουν στο ελάχιστο το δημόσιο αίσθημα.
Είπαμε. Με τέτοια αντιπολίτευση ο Τσίπρας δεν έχει να φοβάται και πολλά. Αλλά, βέβαια, δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι πως η Χώρα και η Δημοκρατία έχουν ανάγκη από αντιπολίτευση. Έστω από συντηρητική αντιπολίτευση. Από αντιπολίτευση όμως σοβαρή, υπεύθυνη, ουσιαστική, έγκυρη, προγραμματική, αποτελεσματική. Πως είναι η ΝΔ; Καμία σχέση…
_____________________

 ΔΕΙΓΜΑ ΣΟΒΑΡΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ

Δύο φωτογραφίες με αιμοσταγή συμβολισμό για τον Τσίπρα και τους Συριζαίους. Από άρθρο του "προοδευτικού" διανοούμενου και διαβόητου για "δόλια χρεοκοπία"  πρώην εκδότη του Παρατηρητή, Πέτρου Παπασαραντόπουλου, στη "ναυαρχίδα" των  fake news  liberal.gr, με τον τίτλο "Η εκφυλισμένη αριστερά και το όνειδος της Βενεζουέλας"

( Η εκφυλισμένη αριστερά και το όνειδος της Βενεζουέλας)

Επιλογή: Gerontakos

Περί αυθεντίας

 

 Θανάσης Καράβατος*

Πηγή: anagnostis.gr




Autorità, autorité, authority, autotität. Τέσσερις ευρωπαϊκές λέξεις για την αυθεντία που όλες τους έλκουν την καταγωγή από το λατινικό auctoritasεκ του ρήματος augere [αυξάνω]. Ο Clément Bur καταφεύγει στις αρχαϊκότερες ερμηνείες που σκάλισε ο Émile Benveniste, όπου κάθε λόγος που προφέρεται με αυθεντία δημιουργεί εκείνη τη μυστηριώδη δύναμη «που κάνει να φυτρώνουν τα φυτά, που δίνει ύπαρξη σε έναν νόμο», με το τελευταίο να παραπέμπει στην κύρια ιδιότητα  της ρωμαϊκής Γερουσίας.[1]
Αναζητώντας την απόδοση του όρου στα ελληνικά, ο Τίτος Πατρίκιος,[2] σημειώνει κι αυτός όσα επεσήμανε ο Benveniste στις αρχαιότερες χρήσεις του augere, όπου η αναφερόμενη αύξηση δεν αφορά ήδη υπάρχοντα πράγματα, αλλά μια «πρωταρχική πράξη δημιουργίας, προνόμιο των θεών ή των φυσικών δυνάμεων». Κι έπειτα επισημαίνει τη μετατόπιση της σημασίας αυτής προς το «ουσιαστικό ενεργείας actor», δηλαδή αυτόν που «πράττει ωφέλιμα, που ιδρύει, που εγγυάται και τέλος τον πρωτουργό, τον αυτουργό, […] ή την ιδιότητα εκείνων που μπορούν να ενεργούν μ’ αυτόν τον τρόπο (που είναι πια οι άρχοντες ή ορισμένοι άνθρωποι με ιδιαίτερο κύρος)». Γι’ αυτό και θεωρεί προβληματική την απόδοση του όρου στα ελληνικά, ήδη από τις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ., όταν μεταφερόταν αυτούσιος ως αουκτώριτας κι αργότερα, λανθασμένα, ως εξουσία που αντιστοιχεί στο λατινικό potestas. Ο ελληνικός όρος αυθεντία θα πρωτοεμφανιστεί «όταν πια η ρωμαϊκή κυριαρχία έχει εμπεδωθεί στην Ελλάδα και την ελληνιστική Ανατολή», για να αποκτήσει στους επόμενους μεταχριστιανικούς αιώνες «τη σημασία που σχετίζεται με τους πολιτικούς θεσμούς […] και την κάνουν να αντιστοιχεί στο λατινικό auctoritas».

*
Κατά την Hannah Arendt[3] η λέξη αυθεντία έχει μεν ρωμαϊκή καταγωγή, αλλά οι ρίζες της βρίσκονται στον Πλάτωνα: στις αναζητήσεις του για μια «εναλλακτική λύση σε σχέση με το συνηθισμένο ελληνικό τρόπο διαχείρισης των εσωτερικών υποθέσεων, ο οποίος ήταν η πειθώ (πείθειν) καθώς και με το συνηθισμένο τρόπο διαχείρισης των εξωτερικών υποθέσεων, ο οποίος ήταν τα δυναμικά και βίαια μέσα (βία) – ελληνικά στο κείμενο οι εντός παρενθέσεως λέξεις», [π.χ. «δια το πείθειν τε άμα και απειλείν ή τω απειλείν μόνον», Νόμοι, 721e:].
Εξ’ αυτού και η βασική θέση της Arendt, που υποστήριζε από τη δεκαετία του ’50, πως πρέπει να δούμε, όχι μόνο το ερώτημα «τι είναι» αυθεντία, αλλά και δύο άλλα: «τι ήταν» και «τι δεν ήταν ποτέ», αυτός ο καλυπτόμενος «από νέφος αντιγνωμιών και συγχύσεων» όρος. Είναι λάθος, λέει, να θεωρείται η αυθεντία ως μία μορφή εξουσίας ή βίας, κι ο όποιος ορισμός της αυθεντίας πρέπει να γίνει σε αντιδιαστολή με τον εξαναγκασμό δια της ισχύος [όπου η αυθεντία αποτυγχάνει] και την πειθώ δια επιχειρημάτων [που προϋποθέτει ισότητα]: «Η αυταρχική σχέση ανάμεσα σ’ αυτόν που διατάζει και σ’ εκείνον που υπακούει δεν στηρίζεται ούτε στη κοινή λογική ούτε στην εξουσία αυτού που διατάζει∙ ο κοινός τόπος που έχουν μεταξύ τους είναι η ιεραρχία, της οποίας και οι δύο αναγνωρίζουν την ορθότητα και τη νομιμότητα και στην οποία και οι δύο έχουν την προκαθορισμένη σταθερή θέση τους». Μια τέτοια ιεραρχία θα τη βρούμε στα δίπολα γονείς-παιδιά, δάσκαλοι-μαθητές, ασθενείς-γιατροί.
Έννοια «θεμελιακή για την πολιτική θεωρία», η αυθεντία διέρχεται «κρίση, προσθέτει η Arendt, που συνεχώς πλαταίνει και βαθαίνει», συνοδεύοντας την σύγχρονη ανάπτυξη του κόσμου, ακόμα και σε «προπολιτικές» περιοχές, όπως η «ανατροφή παιδιών και η εκπαίδευση».
*
Στη σύγχρονή μας εποχή, οι προβληματισμοί της Myriam Revault d’Allonnes[4] κινούνται στο ίδιο πλαίσιο: Την αυθεντία την έχει πλήξει από καιρό ο μοντερνισμός, η ρήξη δηλαδή με την παράδοση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πόσα άλλαξαν σ’ αυτό που είναι η οικογένεια ή το σχολείο και πόσες ανατροπές επέφερε στις νοοτροπίες ο Μάης του ’68. Μα αν σήμερα «παίρνει παροξυντικές διαστάσεις», αυτό γίνεται «όχι μόνο επειδή το νήμα της παράδοσης διακόπηκε αλλά, εξ ίσου και κυρίως, επειδή έχει καταρρεύσει και η καθοριστική δύναμη του μέλλοντος».
Εντούτοις, δεν παύει να υπάρχει αυθεντία που προκύπτει μέσα από: (α) κανονιστικές ρυθμίσεις [δικαστής], (β) μια δομή [η θέση του γονιού στην οικογένεια] ή (γ) κάποιες ικανότητες [γνώσεις, όπως π.χ. στην επιστήμη]. Γι’ αυτό άλλωστε, κατά την Revault d’Allonnes, η αυθεντία δεν ταυτίζεται ούτε με μια εξουσία ούτε είναι ένα εργαλείο της, αν και μερικές φορές εξακολουθεί να σχετίζεται με την ισχύ, τη δύναμη. H αυθεντία απονέμεται, αποδίδεται, ή αναγνωρίζεται.
Η επιστημονική αυθεντία, για παράδειγμα, δεν υπάρχει χωρίς την αναγνώριση αυτών στους οποίους απευθύνεται, κάτι που ήταν αρχικά σχετικώς απλό, αν και σχεδόν πάντα προηγούνταν η αμφισβήτηση, π.χ. η περίπτωση του Παστέρ που δεν ήταν γιατρός και αμφισβητήθηκε αρχικά η ανακάλυψή του των παθογόνων μικροοργανισμών∙ από την άλλη, η επιστημονική αυθεντία δεν είναι οριστική αλλά συνδέεται με μια διαδικασία «in progress»[5] και, φυσικά, μέσα από τέτοιες διαδικασίες προκύπτουν και οι νέες αμφισβητήσεις που οδηγούν στις επιστημονικές (κατά Kuhn) επαναστάσεις.
*
Η αυθεντία δεν επιδιώκει την εξουσία, απαιτεί την αναγνώριση παρά την υπακοή. Αντίθετα δηλαδή προς ό,τι κατέγραψε, με το –διαβόητο για τους βιοηθικούς προβληματισμούς που έθετε–  πείραμά του, ο καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας Stanley Milgram και εξέθεσε το 1974 στο βιβλίο του «Υποταγή στην αυθεντία» – σε μια απρόσωπη επιστημονική αυθεντία, επισημαίνει η ψυχαναλύτρια Marilia Aisenstein, αυτή που, όπως θα φανεί ευθύς αμέσως, μπορεί να μετατρέψει κανονικούς ανθρώπους, οι οποίοι «απλώς επιτελούν την εργασία τους», σε παράγοντες στυγνής βίας.[6]
Στο συμβατικό σκηνικό πειραμάτων για τη μνήμη, ο Milgram μελετούσε τη δράση της τιμωρίας στη μάθηση, ζητώντας από τους «επιτηρητές» να επιβάλλουν στα «υποκείμενα», που υποτίθεται μετείχαν σε μια δοκιμασία μνήμης, ηλεκτρικά σοκ αυξανόμενης έντασης, σε κάθε λάθος που θα έκαναν στην απομνημόνευση λίστας λέξεων συνδεδεμένων με επίθετα. Αγνοούσαν βέβαια πως η «τιμωρία» ήταν εικονική κι όχι της τάξεως 15-450 volts. Όπως εικονικές ήταν και οι αντιδράσεις των «υποκειμένων» που «έπαιζαν θεαματικά» το ρόλο του βασανιζόμενου, «υποφέροντας» ολοένα και πιο έντονα. Δεν ήταν λίγοι όσοι «επιτηρητές» είχαν κρατήσει το ρόλο τους μέχρι τέλους, αδιαφορώντας αν, όπως πίστευαν, είχαν φτάσει σε επικίνδυνα επίπεδα έντασης των [εικονικών] ηλεκτροσόκ που εφάρμοζαν. Αυτονόητα η σκέψη πάει στην «κοινοτοπία του κακού», στην οποία αναφέρθηκε η Hannah Arendt με το βιβλίο της Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Πάντως, το 1/3 των «επιτηρητών» του Milgram «αρνήθηκαν να βασανίσουν στο όνομα της επιστήμης». Κι ακόμα, ας προσθέσω πως στη τέχνη παρακολουθήσαμε και την αντιστροφή του «ισχυρού» πόλου στα δίπολα «αυθεντίας», που μας θυμίζει τη μετανεωτερική κατάργηση των ορίων ή τον σύγχρονο σχετικισμό, όπως π.χ. στον Υπηρέτη (1963). Το έργο βασίστηκε σε μυθιστόρημα του Robert Maugham που διασκεύασε για την οθόνη ο Harold Pinter και σκηνοθέτησε ο Joseph Losey: ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης προσλαμβάνει έναν πρόθυμο και υπάκουο υπηρέτη. Σιγά-σιγά όμως η σχέση εξάρτησης μαζί του επιφέρει την αντιστροφή των ρόλων κι ο κύριος βρίσκεται τελικά σκλάβος του υπηρέτη του.
*
Σήμερα «αναφερόμαστε στην αυθεντία ενός προσώπου, ενός θεσμού, ενός μηνύματος για να δηλώσουμε την εμπιστοσύνη μας, την αποδοχή της γνώμης και των υποδείξεών τους ή την εντολή τους, με σεβασμό, εύνοια ή τουλάχιστον χωρίς εχθρότητα ή αντίσταση, όντας διατεθειμένοι να παραπέμπουμε σε αυτές. Η αυθεντία δεν εκφράζεται παρά μόνο σε διαντίδραση».[7]
Θα το δούμε ιδιαίτερα εκεί που ξεδιπλώνεται η «ανάγκη του παιδιού για αυθεντία», όπως έγραφε ο Freud, δηλαδή στη σχέση του με τους γονείς, «εκεί όπου, κατά τον ψυχαναλυτή André Carel,[8] αναγνωρίζεται η αναγκαιότητά της για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού, ενώ ταυτόχρονα απειλεί τον ναρκισσισμό του, επιβάλλοντάς του να απαρνηθεί κάποιες ενορμήσεις του, στο όνομα της από κοινού ζωής, της συμμετοχής στην οικογενειακή ομάδα, στην κοινωνία, στο όνομα της διαγενεακής συνέχειας, στο όνομα των αξιών του πολιτισμού. Η αυθεντία αποτελεί το σύνολο εκείνων των ψυχικών διαδικασιών που προκύπτουν από ενδοϋποκειμενικές και διυποκειμενικές λειτουργίες, παράγοντας με τη σειρά τους άλλες που επικεντρώνονται γύρω από το Υπερεγώ [κρίνει, λογοκρίνει, παράγει ενοχή] και το Ιδεώδες του εγώ [ελέγχει τη συμπεριφορά μας και παράγει ντροπή].
Μια τέτοια αυθεντία, του πατρός κυρίως (για τον Freud), αλλά και κάθε γονεϊκή αυθεντία, μπορεί να παράγει και δυσλειτουργίες, είτε από υπερβολή είτε από ανεπάρκεια, υποστηρίζει ο Carel, επιχειρώντας να δώσει μια μεταψυχολογική προσέγγιση της αυθεντίας, στα βήματα της Arendt που παρουσίασε πολιτικές και φιλοσοφικές διαφορές μεταξύ δημοκρατικής, αυταρχικής, τυραννικής και ολοκληρωτικής διακυβέρνησης, όπως και τη διάκριση μεταξύ αυθεντίας, εξουσίας και βίας. Έτσι κι αυτός διακρίνει δύο μορφές δυσλειτουργικής αυθεντίας: μια που χρησιμοποιεί και καταχράται τη βία, και μία που αυτοαποδοκιμάζεται, χρησιμοποιώντας και καταχρώμενη τη γοητεία και την αποπλάνηση. Κατά βάση όμως η αυθεντία ακολουθεί δύο στόχους που διίστανται αλλά συνυπάρχουν: από τη μια, προ-γράφει (απαγορεύει), λέει «όχι», από το αποφασιστικό όχι ως το όχι, αλλά… κι από την άλλη, προδια-γράφει (παραγγέλλει) πράξεις, αξίες, στόχους κι έτσι λέει «ναι». Γι’ αυτό και στην ψυχική πραγματικότητα του παιδιού το όχι συσχετίζεται με το ναι. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, «αυθεντία, συγκρουσιακή κατάσταση και αναζήτηση συμβιβαστικών / συναινετικών λύσεων εγγυώνται την αποδοτικότητα της διαδικασίας, καθώς επανεξετάζονται διαρκώς οι αναπόφευκτες παρεκτροπές  από υπερβολή, ανεπάρκεια ή παραδοξότητα».
O Henri Ey (1900-1977), εκ των τελευταίων μεγάλων ψυχοπαθολόγων, τόνιζε επιγραμματικά: «Ο κοινωνικο-πολιτισμικός ιστός είναι ταυτόχρονα οργανωτικός και αλλοτριωτικός, αναγκαίος στην ανάδυση του Εγώ».
(*) Ο Θανάσης Καράβατος είναι ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής ΑΠΘ

ΔΕΙΤΕ:BiblioNet : Καράβατος, Αθανάσιος


[1] Clément Bur. Normes et autorité. Une introduction, Hypothèses, 2012, 15, 165 à 177.
[2] Τίτος Πατρίκιος. Σημείωμα για την απόδοση των όρων. Δευκαλίων 1978, 22, 203-205.
[3] Arendt H. Τι είναι η αυθεντία [1954]. Δευκαλίων 1978, 22, 283-295, μτφ από το Between Past and Future. Meridian Books, N. York 1968.
[4] Myriam Revault d’Allonnes. L’autorité des modernes. Les Sciences de l’éducation – Pour l’Ère nouvelle, 2009, 42, 3, 13-31.
[5] Sicard D. Qu’est-ce que l’autorité scientifique? Mouvement Universel de la Responsabilité Scientifique (M.U.R.S) 2005, 44, 54-63.
[6] Marilia Aisenstein. De l’obeissance. Libres Cahiers pour la Psychanalyse 2001, 4, 93-97.
[7] R. Boudon et F. Bourricaud, Dictionnaire critique de la sociologie, Paris, 1994, p. 32 (1re éd., 1982).
[8] Carel A. Le processus d’autorité. Revue Française de Psychanalyse. 2002, 66, 21-40.

Να ‘ρθω κι απόψε σα ναυαγός στον κοραλλένιο σου βυθό


Να ΄ρθω κι απόψε

Να σέρνομαι σε πέλαγα αρμυρά
παρά της νοσταλγίας υπηρέτης.
να πέφτω στα κερένια μου φτερά,
του άπιαστου αφέντης και επαίτης.


Να χάνομαι σαν έρχεται το φως,
να σβήνω πριν γυρίσει το φεγγάρι,
να γίνομαι του λάθους αδερφός,
ο φόβος να φοβάται να με πάρει.


Να ‘ρθώ κι απόψε, ζωή μου κόψε,
ζωή μου κόψε τη μέρα μου στα δυο.
Ζωή μου κόψε, να ‘ρθω κι απόψε
σα ναυαγός στον κοραλλένιο σου βυθό.


Να έχω μια κατάρα για ευχή,
να χάσω το κλειδί του παραδείσου,
να ρέω σαν ποτάμι στη βροχή,
σα βότσαλο να λιώνω στην ακτή σου.


Να ‘ρθω κι απόψε, ζωή μου κόψε,
ζωή μου κόψε τη μέρα μου στα δυο.
Ζωή μου κόψε, να ‘ρθω κι απόψε
σα ναυαγός στον κοραλλένιο σου βυθό.



 Δημήτρης Μητσοτάκης

Μουσική: Παναγιώτης Κατσιμάνης & Ενδελέχεια Πρώτη εκτέλεση: Ενδελέχεια

  ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 
Δημήτρης Μητσοτάκης: «Φοβάμαι τον φόβο του φοβισμένου...» - Η Αυγή

Η "αριστεία" του δηλητηριώδους ανταγωνισμού και της αγενούς άμιλλας

Ιστορίες αριστείας

Γκράφιτι με παιδιά
Ο πρόσφατος νόμος για την παιδεία έφερε στο προσκήνιο, μεταξύ άλλων, τη συζήτηση περί αριστείας.
Είναι ενδιαφέρον ότι κανείς δεν την έχει ορίσει, παρά το γεγονός ότι η συναισθηματική φόρτιση γύρω από το θέμα είναι έντονη.
Μία της όψη φαίνεται να έχει να κάνει με τους σημαιοφόρους στις παρελάσεις, που τώρα στα Δημοτικά σχολεία θα ορίζονται με κλήρωση αντί με την υψηλότερη βαθμολογία.
Αλλη της όψη έχει να κάνει με τη λεγόμενη «ευγενή άμιλλα» και το «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων» - να διακρίνεσαι και να γίνεσαι καλύτερος από τους άλλους.
Η φράση υπονοεί ότι το να γίνεσαι καλύτερος από τους άλλους, φέρ’ ειπείν βαθμολογικά, είναι σημαντικός στόχος στη ζωή.
Θυμήθηκα τώρα το τεστ IQ, η μέση τιμή του οποίου είναι 100, ενώ όσοι έχουν σκορ πάνω από 125 ανήκουν στο 5% του πληθυσμού, με το 95% κάτω από αυτούς. Θα μπορούσε κανείς να τους ονομάσει αυτούς αρίστους.
Να μερικά ονόματα ατόμων με τέτοιο σκορ και την επίδοσή τους σε παρένθεση: Χέρμαν Γκέρινγκ (138), Καρλ Ντένιτς (138), Φον Ρίμπεντροπ (129).
Ολοι τους καταδικάστηκαν σε θάνατο στη δίκη της Νυρεμβέργης. Ενας από τους κορυφαίους φυσικούς όλων των εποχών, ο Ρίτσαρντ Φάινμαν, μετά βίας πήρε 125. Μάλλον δεν θα γινόταν σημαιοφόρος στο σχολείο του.
Ενας άλλος σπουδαίος φυσικός και εκ των εφευρετών του τρανζίστορ, ο Γουίλιαμ Σόκλεϊ, λέγεται ότι είχε IQ 125.
Παρεμπιπτόντως, πίστευε στη βιολογική κατωτερότητα των μαύρων και σε συνεντεύξεις του δήλωνε ότι άτομα με IQ κάτω από 100 πρέπει να στειρώνονται - περίπου ο μισός ανθρώπινος πληθυσμός.
Ο αθλητισμός είναι ο κατεξοχήν τομέας ανταγωνισμού για τις πρώτες θέσεις και είναι γνωστές οι μέθοδοι που συχνά χρησιμοποιούνται για την επίτευξη του στόχου με απαγορευμένες ουσίες και με τις ευλογίες πολλών κυβερνήσεων.
Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι σύμμαχοι είχαν εκπλαγεί με τις υπερφυσικές ικανότητες των Γερμανών στρατιωτών.
Μπορούσαν να προελαύνουν χωρίς ύπνο και τροφή επί δύο και τρία μερόνυχτα, όταν οι δικοί τους στρατιώτες είχαν καταρρεύσει από την εξάντληση και το στρες. Ηταν οι άριστοι στο πεδίο της μάχης.
Οι σύμμαχοι δεν γνώριζαν ότι οι στρατιώτες της Βέρμαχτ πολεμούσαν υπό την επήρεια ναρκωτικών.
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο, οι Αμερικανοί αθλητές χρησιμοποιούσαν Benzedrine για να αυξήσουν τις επιδόσεις τους.
Η γερμανική εταιρεία Temmler τότε προσπάθησε να συνθέσει κάποια καλύτερη ουσία για τους Γερμανούς αθλητές και δημιούργησε τη μεταμφεταμίνη με το εμπορικό όνομα Pervitin. Η εφαρμογή της όμως δεν έγινε στα στάδια αλλά στο πεδίο της μάχης.
Η ουσία με τη μορφή χαπιού δοκιμάστηκε στους στρατιώτες με εκπληκτικά αποτελέσματα.
Αποκτούσαν αίσθημα ευφορίας και αυτοπεποίθησης, απώλεια του αισθήματος πείνας, απόλυτη πειθαρχία και έντονη διάθεση για δράση, ακόμη και διάπραξη εγκλημάτων. Οι στρατιώτες τα ονόμαζαν χάπια-στούκας ή χάπια «Χέρμαν Γκέρινγκ».
Και έρχομαι συνοπτικά στον ακαδημαϊκό κόσμο, όπου η πίεση για δημοσιεύσεις και επιστημονική αναγνώριση, που είναι βασικοί δείκτες αριστείας, έχει οδηγήσει πολλούς στην απάτη, αλλιώς κινδυνεύουν να χάσουν τη θέση τους.
Πολλοί ακαδημαϊκοί πάσχουν από κατάθλιψη λόγω του εξοντωτικού ανταγωνισμού.
Πρόσφατα η κινεζική κυβέρνηση βρήκε ότι 486 Κινέζοι ερευνητές είχαν διαπράξει απάτη (αντιγραφή, κατασκευασμένα δεδομένα κ.ά.) σε ερευνητικές εργασίες τους, ενώ το διεθνές επιστημονικό περιοδικό Tumor Biology ανακάλεσε 107 επιστημονικά άρθρα Κινέζων ερευνητών.
Οι περισσότερες χώρες έχουν σε ποικίλο βαθμό επιστήμονες οι οποίοι καταφεύγουν στην απάτη για να βρεθούν στην κορυφή.
Φυσικά, η απάτη δεν συνιστά επιχείρημα κατά της αριστείας, αλλά η πίεση που αυτή ασκεί στους επιστήμονες και γενικότερα στους ανταγωνιζομένους συνιστά.
Και μετά έρχομαι στον άσημο οδοκαθαριστή του δήμου, στον οικοδόμο, στον οδηγό του λεωφορείου, στον συγκολλητή, στον αγρότη, στον επισκευαστή αυτοκινήτων, στον ταχυδρόμο, στο 95% των συνανθρώπων που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να γίνουν σημαιοφόροι και που χωρίς αυτούς κανείς, άριστος ή μη, δεν επιβιώνει. Για να είμαι ειλικρινής, με φοβίζει μια κοινωνία που εστιάζει στους λεγόμενους αρίστους.
Αυτή η κοινωνία ανοίγει τον δρόμο στους δηλητηριώδεις ανταγωνισμούς και στην αγενή άμιλλα, γιατί η ανθρωπότητα είναι πάντα ένα μείγμα αλτρουισμού και ατομισμού, απλής αλήθειας και κακοήθους ψεύδους, αγάπης και μίσους, ταπεινοφροσύνης και αλαζονείας, διαφωτισμού και μισαλλοδοξίας και δεν χρειάζεται τις δυνάμεις του σκληρού ανταγωνισμού.
Η πρόοδος επιτυγχάνεται με μικρά βήματα, παρά τα αρνητικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων, αλλά πρέπει πάντα να είμαστε σε εγρήγορση απέναντι στις δυνάμεις της αποδόμησης.
Θέλουμε μια κοινωνία όπου όλοι οι πολίτες θα κάνουν το καλύτερο που μπορούν στον τομέα τους, όχι για να αισθανθούν ανώτεροι των άλλων που υποτίθεται ότι είναι κατώτεροι, αλλά για να ζήσουν με ειρήνη με το περιβάλλον τους, κοινωνικό και φυσικό, στο σύντομο πέρασμα από τον απειροελάχιστο πλανήτη μας. Και μια σημείωση: στο σχολείο μου ήμουν σημαιοφόρος.
*πρώην πρύτανης Πολυτεχνείου Κρήτης

Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2017

Ε ρε κοροϊδία, αυτά τ’ αφεντικά σαν πεντόβολα μας παίζουν σ’ αυτή την αγορά

Ε ρε κοροϊδία - 1976         

    
Στίχοι: 
Γιώργος Σκούρτης
Μουσική: 
Δήμος Μούτσης
    1.    Άλκηστις Πρωτοψάλτη       


Ε ρε κοροϊδία, αυτά τ’ αφεντικά
σαν πεντόβολα μας παίζουν σ’ αυτή την αγορά,
στα λόγια λένε ισότης στη δουλειά
κι όλα στην πάντα σαν γίνει μοιρασιά,
στα λόγια λένε πάντα ισότης στη δουλειά
κι όλα στην πάντα σαν γίνει μοιρασιά.

Ε ρε κοροϊδία, μας δίνουν διαταγές
όλοι αυτοί τα οικονομάνε κι εμείς ψωμί κι ελιές
και μαργαρίνη για βούτυρο να τρως,
σου λεν για ειρήνη κι έχουνε τ’ όπλο μπρος,
και μαργαρίνη πάντα για βούτυρο να τρως,
σου λεν για ειρήνη κι έχουνε τ’ όπλο μπρος.

Σέβεσαι και φροντίζεις για το καλόν της επιχειρήσεως,
λέγε, σέβεσαι, πες το ναι άνευ αντιρρήσεως, ΝΑΙ.

Ε ρε κοροϊδία, αυτά τ’ αφεντικά
σαν πεντόβολα μας παίζουν σ’ αυτή την αγορά,
κι όλο με κέρδος μετράνε τις στιγμές
με κέρδος, πάλι, μετράνε τις ζωές,
κι όλο με κέρδος πάντα μετράνε τις στιγμές
με κέρδος, πάλι, μετράνε τις ζωές.

Σκίζεσαι, να πλουτίζει τ’ αφεντικό της επιχειρήσεως,
λέγε, σκίζεσαι, πες το ναι άνευ αντιρρήσεως, ΝΑΙ.

Ε ρε κοροϊδία, αυτά τ’ αφεντικά
σαν πεντόβολα μας παίζουν σ’ αυτή την αγορά,
στα λόγια λένε ισότης στη δουλειά
κι όλα στην πάντα σαν γίνει μοιρασιά,
στα λόγια λένε πάντα ισότης στη δουλειά
κι όλα στην πάντα σαν γίνει μοιρασιά.

Το κύκνιο άσμα ενός σημαντικού πνευματικού ανθρώπου και προοδευτικού δασκάλου




 

Xριστόφορος Μηλιώνης*: Επιστροφή και αποχαιρετισμός

 

 

Γράφει ο Τάσος Καλούτσας** (**:BiblioNet : Καλούτσας, Τάσος)


(*.:BiblioNet : Μηλιώνης, Χριστόφορος, 1932-2017)

 +++++++++++++
Απο-θέματα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2017.


Τα τελευταία χρόνια –για την ακρίβεια μετά το 2008, αφότου κυκλοφόρησε τη συλλογή του Τα πικρά γλυκά– ο Χριστ. Μηλιώνης είχε γίνει εξαιρετικά φειδωλός σε νέες δημοσιεύσεις (ανεξαρτήτως ειδολογικής κατηγορίας κειμένων). Στον παρόντα τόμο με τον τίτλο Απο-θέματα [1], που εκδίδεται λίγους μήνες μετά τον θάνατό του, μετρώ συνολικά 17 (5 αφηγήματα, 8 μαρτυρίες, 2 σκαλαθύρματα, 2 χρονικά). Απ’ αυτά, αν δεν κάνω λάθος, περί¬που τα 7, φαίνεται να έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά, μετά τη χρονολογία του τελευταίου του βιβλίου, που προανέφερα.
Oι αφηγηματικές του μέθοδοι προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της καθεμιάς από τις παραπάνω κατηγορίες (και θα δούμε σε ποιες περιπτώσεις συγκλίνουν μεταξύ τους). Στα πέντε αφηγήματα που προτάσσει κυριαρχεί ο γνώριμος εξομολογητικός του τόνος, τρυφερός και συγκινημένος (αλλά καμιά φορά καυστικός και οργίλος) που, όπως έχει παρατηρηθεί, αντλεί στοιχεία τόσο από την παράδοση του ρεαλισμού (π.χ. Στη Μονή Σωτήρος), όσο και του ονειρικού (Λίγεια).
Στη Μονή Σωτήρος (2009) ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής ξαναπαίρνει «τ’ αρχαία τα μονοπάτια», ύστερα από μακρά περίοδο ανάρρωσης. Πρόκειται για μια νοσταλγική επιστροφή που ισοδυναμεί με το ξαναγύρισμά του στη ζωή από τον κάτω κόσμο. Σε πρώτο πλάνο η χρωματική πανδαισία της ανοιξιάτικης φύσης, με τις μυρουδιές της (είμαστε κοντά στο Πάσχα), υπενθυμίζει τους δεσμούς του συγγραφέα με τα φυσικά τοπία και τη βλάστηση του γενέθλιου τόπου του. Η μνήμη, σε εγρήγορση, κατονομάζει στα λιβάδια το παραμικρό φυτό ή δένδρο. Επιστρέφει στις «ρίζες» του, θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, όπως έχει ειπωθεί για τον Μηλιώνη, «ρίζες δεν είναι ο τόπος, οι άνθρωποι ή τα αντικείμενα, αλλά το συναίσθημα που καταφέρνει να κρατάει άσβεστο μέσα του για όλα αυτά» [2]. Και το συναίσθημα αυτό, όπως γίνεται αντιληπτό στο τέλος του αφηγήματος, με το «πάει πια» που λέει η ηλικιωμένη καλόγρια (εδώ διακρίνω κι έναν απόηχο του never more του Πόε) και το «Όλες τότε ήμασταν νεαρές» που συμπληρώνει, αποκαλύπτει περίτρανα ποιος είναι ο τελικός νικητής. Μπορεί το θάλλος της φύσης να επαναλαμβάνεται περιοδικά και εσαεί, στο μεταξύ όμως ο χρόνος τα έχει σαρώσει όλα –και κυρίως τη νεότητα. Η μνήμη γίνεται ο ευαίσθητος κρίκος που ανακυκλώνει την επώδυνη αίσθηση της απώλειας.
Το παιχνίδι της μνήμης με τα γεγονότα του παρελθόντος, προσφιλές στην πεζογραφία του Μηλιώνη (και ψυχωφελές για τους αναγνώστες) συνεχίζεται και στα υπόλοιπα αφηγήματα. Στο «Γεγονός που έγινε» (2006) γυρνάει 45 χρόνια πίσω για να σχολιάσει τις αντιδράσεις του αλλά και την εν γένει περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όταν κηρύχθηκε η δικτατορία της Χούντας. Μας εξηγεί πως δεν το θυμάται ως γεγονός συνταρακτικό, «απλώς οι συνθήκες που επαναλαμβάνονται το φέρνουν να το θυμάται» (σ. 14). Ως «συνταρακτικό» θα μπορούσε όντως να θεωρηθεί το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα παραμένουν αναλλοίωτα μέσα στο χρόνο, καταπώς προφήτευε κι ο ατημέλητος τύπος που έβγαζε λόγο (θεολογικό αλλά και περιστασιακά πολιτικό), για τις αμαρτίες μας, στο σταθμό του Ηλεκτρικού, στα Πευκάκια: Η εξάρτηση των ανθρώπων από τα συμφέροντά τους, ο φόβος μη χάσουν «τις δουλίτσες» τους… Η διαπίστωση ότι τόσα χρόνια μετά, ο Παττακός παραμένει η «ατραξιόν» της ημέρας. Μόνο ο φασισμός, λοιπόν, δεν έλειψε. Απλώς μεταμφιέστηκε… Εμφανίζεται ως «νέος κουκουλοφόρος» κάθε φορά. Ο συγγραφέας προφανώς υπονοεί κάθε είδους φασισμό, ακόμα κι εκείνον, με το «τρισεύγενο πρόσωπο των ΜΜΕ», εντύπων και ηλεκτρονικών (σ. 19).
Στο τρίτο αφήγημα τον πλευρίζει «Καθ’ οδόν» ένας απατεώνας που ψάχνει για θύματα, για να τους πάρει λεφτά. Παριστάνει τον Ιταλό, οπότε ξαφνικά πυροδοτούνται στη μνήμη του περιστατικά σχετικά με το παρελθόν του πολέμου και την ιταλική εισβολή του ’40 (θέμα που κατέχει, ως γνωστόν, ειδική βαρύτητα στην πεζογραφία του συγγραφέα). Προσγειώνεται απότομα στην πραγματικότητα, όταν κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι θέλει να τον εξαπατήσει. Το αφήγημα καταλήγει σε μια ιλαρή σκηνή, με εκατέρωθεν βρισιές. «Τον μπαγάσα, έβγαλε την κουκούλα και ντύθηκε Ιταλός κοσμοπολίτης!» Θα πετάξει με νόημα την παιγνιώδη ατάκα του ο αφηγητής.
Στο επόμενο (το ονομάζει «Ενύπνιο»), ο αφηγητής αρνείται ν’ ακολουθήσει τις συμβουλές της Λίγειας (που εμφανίζεται στον ύπνο του) και, αφού τη βρίσει την πρώτη φορά, επανέρχεται και τη ρωτάει τι θα έπρεπε να κάνει… Εκείνη του συστήνει να μη μένει απομονωμένος, να έχει επαφή με τους άλλους και να φροντίσει να φτιάξει το δικό του ίματζ… Δεν καταλαβαίνει τι εννοεί. Αργότερα θα καταλάβεις, του κάνει. Όμως ούτε αργότερα θα συμβεί αυτό. Χρειάζεται χρόνο, αλλά δεν του περισσεύει…
Κι ερχόμαστε στον «Λευκό άγγελο» που αποτελεί ένα έξοχο δείγμα της αφηγηματικής μαστοριάς του Μηλιώνη. Στα λίγα λεπτά που διαρκεί μια μαγνητική τομογραφία, σα σε όνειρο, γλιστρώντας μέσα από ένα τούνελ μνήμης, ξαναγυρίζει στο χωριό του και την όμορφη φύση της παιδικής του ηλικίας (στο σπίτι του, στους δικούς του ανθρώπους). Αυξομειώνονται στ’ αυτιά του οι παράξενοι κρότοι, οι μουσικοί ήχοι και τα σφυρίγματα εκείνης της ανέμελης ζωής, καθώς εναλλάσσεται και το φως με το σκοτάδι. Τα χαράματα ξεσπάει το ντουφεκίδι: Παράπονα, αναφιλητά, ορυμαγδός, βροντές και λάμψεις. Κόσμος που φεύγει – μπουλούκια! Το ποτάμι βρυχιέται, πλημμυρισμένο. Πέφτει σε βύθος που «κράτησε αιώνες». Μετά ξανά στο χωριό με τα γνώριμα σπίτια και πρόσωπα. Στην ερημιά και τη σιωπή πιάνει ένα παλιό τραγούδι. Οι οικείες φιγούρες τον χαιρετάνε, κουνώντας τα χέρια. Όλο το αφήγημα αποπνέει μια συγκινητική αίσθηση αποχαιρετισμού! Εμφανίζεται μια κοπέλα, κάτι σα διάφανη εικόνα του Λευκού αγγέλου, που σκύβει και τον φιλάει στο στόμα. «Τελειώσαμε» αναγγέλλει η φωνή της νοσοκόμας με την άσπρη μπλούζα. Εννοεί, φυσικά, τη διαδικασία της τομογραφίας…
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το σύνολο της τελευταίας κατάθεσης του συγγραφέα σαν ένα είδος «ύστατου χαιρετισμού» προς τους παλαιότερους αλλά και τους νεότερους [3]3. Την αίσθηση πάντως του αποχαιρετισμού επιτείνει κι ένα ποίημα του ίδιου του πεζογράφου που προτάσσεται στην ενότητα Μαρτυρίες (γραμμένο την Πρωτομαγιά του 1997, στις Ράχες και αφιερωμένο στους «φίλους που φύγανε») με τίτλο «Η εξάτμιση των νεκρών». Καταθέτοντας εδώ την προσωπική μου μαρτυρία από τις τηλεφωνικές μας επικοινωνίες των τελευταίων χρόνων, υπογραμμίζω πως το θέμα της απώλειας των φίλων (ακόμα και όσων δεν είχαν στενή σχέση με τη λογοτεχνία) πονούσε ιδιαίτερα τον Χριστόφορο. Όσον αφορά το γλωσσικό ύφος των Μαρτυριών, η σύγκλιση που υπαινίχθηκα παραπάνω συνίσταται στη χρησιμοποίηση και σ’ αυτές της «φυσικής γλώσσας» του συγγραφέα, που, όπως μας εξηγεί, «ακόμα και στα δοκίμιά του λέει ιστορίες». Στα κείμενά του, όπου προσπαθεί ν’ αποφύγει οποιαδήποτε «λανθάνουσα περιαυτολογία», σκιαγραφούνται καταρχάς σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων μας, με τις οποίες τον συνέδεε στενή και μακροχρόνια φιλία (Αλεξ. Κοτζιάς, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αλέξ. Αργυρίου), ενώ φωτίζονται βασικά γνωρίσματα του χαρακτήρα τους, της ψυχολογίας τους και βέβαια της δημιουργικής συγγραφικής τους δουλειάς. Προσεγγίζονται επίσης σπουδαίοι συγγραφείς από τους οποίους διατηρούσε μια ανάμνηση ή είχε μαζί τους μια περιστασιακή σχέση πιο χαλαρής γνωριμίας (Ν.Γ. Πεντζίκης, Μ. Αναγνωστάκης, Δ. Χατζής). Καμιά φορά ο λόγος του γίνεται ειρωνικός ή και ανεκδοτολογικός (όπως στην περίπτωση του Μ. Κατσαρού), αφού ομολογεί ότι αυτό του αρέσει (σ. 133).
Ο Χ.Μ. διαχειριζόταν το μεγάλο αποθεματικό του αναμνησιακού υλικού που διέθετε, με φειδώ και σωφροσύνη. Μιλώντας για την τετράχρονη παραμονή του στην Κύπρο (όπου εργάστηκε ως εκπαιδευτικός από το 1960 ως το 1964) καταθέτει δύο σύντομα χρονικά: Αμμόχωστος (Ένας προσωπικός επαναπατρισμός) και Η πνευματική Κύπρος (Από την ιστορία των χρόνων μου), όπου με λιτή και ακριβή αφήγηση, συμπυκνώνει σημαντικά στοιχεία και χρήσιμες πληροφορίες για τον πολιτισμό της Μεγαλονήσου, τα Γράμματα, τα λογοτεχνικά περιοδικά και τους πνευματικούς της άνδρες, που έτυχε να γνωρίσει αυτό το διάστημα. Υπήρξε γι’ αυτόν μια «ευτυχισμένη τετραετία». Θεωρεί το 1960 «οριακή χρονολογία», πρώτον γιατί βρήκε την Κύπρο στην καλύτερή της ώρα, λίγο πριν αρχίσουν τα δεινά της (σ. 142), αλλά και για την προσωπική του ζωή, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τη λογοτεχνική του εξέλιξη. Συνεργάστηκε με κάποια περιοδικά που έκρινε ως αξιόλογα (π.χ. τα Κυπριακά Χρονικά, που του θύμιζαν το ηπειρ. περιοδικό Ενδοχώρα), ενώ η καθημερινή ζωή του στην Αμμόχωστο περιστρεφόταν γύρω από 2 κέντρα: Την ταβέρνα του Καράλλη (που τα σαββατοκύριακα «μεταβαλλόταν σε γοητευτική σύναξη, γαστρονομική και πνευματική συνάμα, λαϊκή και κοσμοπολίτικη» (σ. 129) και το Γυμνάσιο Αρρένων (η «βιτρίνα της πόλης μας και το κόσμημά της»).

Ο Χρ. Μηλιώνης ήταν «εχθρός του περιττού. Λίγα λόγια αρκούν!» Επίσης, αυτό που πρέσβευε ήταν «όχι η τεχνική για την τεχνική, αλλά η τεχνική ως όχημα του βιώματος». Στα γραπτά του «απλωνόταν ως εκεί που απλώνονταν τα βιώματά του». Ο ίδιος έλεγε: «Πηγαίνω ως εκεί που με πηγαίνει η φαντασία μου, όχι πιο πέρα»[4]. Κι όπως σημειώνει ο Γ. Αράγης «είχε κάτι γνήσιο κι ανόθευτο στη δουλειά του. Αλλά και αδιαπραγμάτευτο».
Είχα την ευκαιρία να τα διαπιστώσω από πρώτο χέρι αυτά (καθώς και μερικά άλλα στοιχεία του χαρακτήρα του), γιατί, αν και βρεθήκαμε, μετά το 1996 που τον πρωτογνώρισα από κοντά, ελάχιστες φορές, είχαμε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία, που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είχε πυκνώσει ακόμα περισσότερο. Και φυσικά, ανταλλάσσαμε email, μολονότι, όπως ομολογούσε δεν είχε ιδιαίτερη εξοικείωση με τον υπολογιστή. Παρ’ όλα αυτά τα κατάφερε να γράψει και διηγήματα όπου δηλώνει την παρουσία του ο κόσμος του Ίντερνετ (ένα δείγμα, Το μήνυμα, ‒γραμμένο με καυστική ειρωνεία‒ που, συμπεριλαμβάνεται στον παρόντα τόμο). Πέρα απ’ όλα αυτά, υπερασπιζόταν με τόλμη τις προσωπικές του απόψεις και πάντα με εντυπωσίαζε ο ευθύς και ξεκάθαρος τρόπος με τον οποίο εξέφραζε τη γνώμη του για τα πνευματικά ή τα εκπαιδευτικά μας ζητήματα. Πάνω σ’ αυτό, συζητώντας κάποτε με τον Χριστιανόπουλο, τον άκουσα να μου τονίζει «Ο Χριστόφορος είναι λεβέντης!». Σπάνια κουβέντα από τα χείλη ενός παλιού συμφοιτητή του στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, εξαιρετικά φειδωλού σε επαίνους, με τον οποίο μάλιστα στο μεταξύ είχε έρθει κάποια στιγμή σε σοβαρή ρήξη.
Ξαναγυρνώ στον «Λευκό Άγγελο» για να πω ότι τον θεωρώ ‘’Ενύπνιο’’ σημαδιακό. Όλο αυτό το συντάραχο του οικείου φυσικού τοπίου της ιδιαίτερης πατρίδας του, οι χιμαιρικές αναστατώσεις και μετακινήσεις των προσώπων που προκαλούν και τις τρυφερά συγκινητικές αντιδράσεις του αφηγητή, συνθέτουν (υπό την σκιά μιας κρίσιμης ιατρικής εξέτασης) το προφητικό σκηνικό ενός αποχαιρετισμού. Για μένα, ίσως είναι ο μακρινός προάγγελος της οριστικής απουσίας, για την οποία φαινόταν, έστω ασύνειδα, να προετοιμάζεται και ο συγγραφέας. Απώλειας οδυνηρής για όσους τον αγάπησαν (ιδίως όσους είχε τιμήσει με τη φιλία του), που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2017, μέσα σ’ ένα δριμύ κύμα ψύχους που έπληξε και όλη τη Δυτική Ευρώπη (προκαλώντας τον θάνατο 61 ανθρώπων), ενώ στην Ελλάδα πήρε την ονομασία «φαινόμενο Αριάδνη». Ωστόσο εκείνος, που προφανώς κατείχε το νήμα της [5], διέσχισε μάλλον την κακοκαιρία με ασφάλεια, σίγουρος για την δικαιωμένη πορεία του μέσα στο χρόνο…
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Κατά την γνώμη μου ο τίτλος επιδέχεται δύο πιθανές ερμηνείες: 1) Σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη, Απόθεμα (ή πληθυντ. Αποθέματα: οτιδήποτε φυλάσσεται για μελλοντική χρήση· και μτφρ.: ο βαθμός στον οποίο υπάρχει μια ψυχική ιδιότητα). Αν πάλι λάβουμε υπόψη την παύλα μετά την πρόθεση, ίσως εννοούνται τα κείμενα που γράφτηκαν με αφορμή ορισμένα θέματα.
2. Ελισάβετ Κοτζιά, «Εσωτερική μετανάστευση», Η Καθημερινή (13.7.2008).
3. Β. Χατζηβασιλείου, «Ύστατος χαιρετισμός», Το Βήμα, 2.7.2017.
4. Αλέξης Ζήρας, «Ένας αποχαιρετισμός στον Χριστόφορο Μηλιώνη», Η Αυγή (15.1.2017).
5. Δες το βιβλίο του Χ.Μ. Με το νήμα της Αριάδνης (Σοκόλης, 1991).
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Στη φωτογραφία: Θεσσαλονίκη, 1998.Στο πατάρι της καφετέριας “Λούξεμπουργκ”: Χρ. Μηλιώνης, Κ. Μπαλάσκας, Ν. Μπακόλας, Γ. Παγανός, Τ.Καλούτσας.
Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.


Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
Στίχοι:  
Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική:  
Δημήτρης Παπαδημητρίου

1.Ελευθερία Αρβανιτάκη

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ’ άγρια μαλλιά σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα.
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Στη μνήμη της Σαρλότ Σάλομον


 Πολλές είναι οι εκθέσεις που γίνονται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες στη μνήμη της Σαρλότ Σάλομον, μιας εξέχουσας αλλά αδικοχαμένης  Γερμανο-εβραίας καλλιτέχνιδας .
Η Σάλομον πρόλαβε να ζωγραφίσει πάνω από 1.700 έργα πριν εξοντωθεί  στο Άουσβιτς. Η καλλιτέχνιδα  έγινε  γνωστή παγκοσμίως προπολεμικά από  μία σειρά 700 σκίτσων  με τίτλο «Ζωή ή θέατρο;», όπου προσπαθούσε  να ανακαλύψει την ταυτότητά της, ούσα Εβραία στη ναζιστική Γερμανία. Ήταν έγκυος όταν δολοφονήθηκε στο Άουσβιτς την ημέρα της άφιξής της, τον Οκτώβριο του 1943. Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή της 

Αποτέλεσμα εικόνας για Charlotte SalomonCharlotte Salomon - Wikipediacredit is Collection Jewish Historical Museum, Amsterdam.     Charlotte Salomon  around  1939 which I think is most effective since it wasn't long after this that the war, the work and her death all happened in a really compressed time. Photo:  Jewish Historical Museum Amster


 

 

Βρε καλέ αφέντη, πού τα βρήκες τα λεφτά;

Πού τα βρήκες τα λεφτά; - 1976         
    
Στίχοι: 
Γιώργος Σκούρτης
Μουσική: 
Δήμος Μούτσης
    1.    Θίασος         


Βρε καλέ αφέντη, πού τα βρήκες τα λεφτά;
Πού τα εργαλεία σου και πού τα υλικά;
Από τον μπαμπά μου πού’ χε μια δουλειά
και μου τ’ άφησε κληρονομιά

Ε, άσ’τα αυτά.
Άσ’τα αυτά αφέντη
Και πού τα βρήκε ο μπαμπάς;
Μήπως τα  ’κλεψε απ’ τους άλλους
Αυτός ο μασκαράς;
Έλα πες μας πού τα βρήκε όλα αυτά
Και σου τ’ άφησε κληρονομιά;
Λέγε μας

Α πα πα να κλέψει; Ποτέ του ο μπαμπάς
Τα βρήκε απ’ τον παππούλη μου
Της πλούσιας γιαγιάς

-Κι ο παππούλης που τα βρήκε αφέντη μας;
Μήπως τα  ’κλεψες απ’ τους φτωχούς
-Αδύνατον
-Τι θα πει αδύνατον, να κλέψει ο παππούς;

-Τα βρήκε από τον προπάππο μου
Και όχι από τους φτωχούς
-Κι ο προπάππος πού τα βρήκε αφέντη μας
Τι έκανε στα χρόνια τα παλιά ε;

-Εκείνος τα ’χε κλέψει
Και σκότωσε πολλούς
Μα εγώ δεν έχω φταίξει
Λατρεύω τους φτωχούς

-Βρε καλέ αφέντη, πού τα βρήκες τα λεφτά;
Πού τα εργαλεία σου και πού τα υλικά;
-Από τον μπαμπά μου!